Ποιος είναι ο ορισμός για τον διαλύτη;
* Διάλυση: Οι διαλύτες έχουν τη δυνατότητα να σπάσουν τη διαλυτή ουσία σε μεμονωμένα μόρια ή ιόντα, επιτρέποντάς τους να διασκορπιστούν ομοιόμορφα σε όλο τον διαλύτη.
* Σχηματισμός μιας λύσης: Η διαδικασία διάλυσης έχει ως αποτέλεσμα ένα ομοιογενές μίγμα που ονομάζεται διάλυμα, όπου η διαλυτή ουσία και ο διαλύτης κατανέμονται ομοιόμορφα.
* συνήθως παρουσιάζονται σε μεγαλύτερες ποσότητες: Γενικά, ο διαλύτης υπάρχει σε μεγαλύτερη ποσότητα από τη διαλυμένη ουσία.
* μπορεί να είναι στερεό, υγρό ή αέριο: Ενώ τα υγρά είναι οι πιο συνηθισμένοι διαλύτες, τα στερεά (όπως τα μέταλλα) και τα αέρια (όπως ο αέρας) μπορούν επίσης να λειτουργούν ως διαλύτες.
Εδώ είναι μερικά παραδείγματα διαλυτών:
* νερό: Ένας από τους πιο συνηθισμένους διαλύτες, γνωστούς ως καθολικός διαλύτης.
* αιθανόλη: Χρησιμοποιείται σε πολλά αλκοολούχα ποτά και ως διαλύτη σε πολλές βιομηχανίες.
* ακετόνη: Ένας κοινός διαλύτης που χρησιμοποιείται για τον καθαρισμό και την αφαίρεση βερνίκι νυχιών.
* εξάνιο: Ένας μη πολικός διαλύτης που χρησιμοποιείται στην εξαγωγή ελαίων και λιπών.
Συνοπτικά, ένας διαλύτης είναι η ουσία που κάνει τη διάλυση, επιτρέποντας τον σχηματισμό μιας ομοιογενούς λύσης.