Τι σημαίνει αν μια ουσία είναι διαλυτή;
Εδώ είναι μια κατανομή:
* διαλύτης: Αυτή είναι η ουσία που κάνει τη διάλυση. Το πιο συνηθισμένο παράδειγμα είναι το νερό.
* Διαλυμένη ουσία: Αυτή είναι η ουσία που διαλύεται.
* Λύση: Το ομοιογενές μίγμα που σχηματίζεται όταν η ουσία διαλύεται στον διαλύτη.
Παράδειγμα: Η ζάχαρη είναι διαλυτή στο νερό. Όταν προσθέτετε ζάχαρη στο νερό και ανακατεύετε, εξαφανίζεται στο νερό και σχηματίζει ένα καθαρό, ομοιογενές διάλυμα.
Βασικά σημεία:
* Η διαλυτότητα είναι σχετική: Μια ουσία μπορεί να είναι διαλυτή σε ένα διαλύτη αλλά όχι άλλο. Για παράδειγμα, το πετρέλαιο δεν είναι διαλυτό στο νερό αλλά είναι διαλυτό στη βενζίνη.
* Η διαλυτότητα μπορεί να αλλάξει με θερμοκρασία: Γενικά, τα στερεά διαλύονται καλύτερα σε ζεστούς διαλύτες, ενώ τα αέρια διαλύονται καλύτερα σε ψυχρούς διαλύτες.
* Η διαλυτότητα είναι ένα μέτρο του πόσο διαλυμένη ουσία μπορεί να διαλυθεί σε ένα δεδομένο διαλύτη: Αυτό συνήθως εκφράζεται από την άποψη της συγκέντρωσης, όπως τα γραμμάρια διαλελυμένης ουσίας ανά 100 γραμμάρια διαλύτη.
Με απλά λόγια, αν μια ουσία είναι διαλυτή, αυτό σημαίνει ότι μπορεί να αναμιχθεί ομοιόμορφα με ένα διαλύτη και να εξαφανιστεί σε αυτό, δημιουργώντας ένα ενιαίο, ομοιόμορφο μείγμα.