Πώς μπορείτε να αλλάξετε τη διαλυτότητα μιας διαλυμένης ουσίας;
1. Θερμοκρασία:
* στερεά και υγρά: Γενικά, η αύξηση της θερμοκρασίας αυξάνει τη διαλυτότητα των στερεών και των υγρών σε υγρά. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι οι υψηλότερες θερμοκρασίες παρέχουν περισσότερη ενέργεια για τα σωματίδια διαλυτής ουσίας για να ξεπεράσουν τις ενδομοριακές δυνάμεις και να διαλύονται.
* Αέρια: Η αύξηση της θερμοκρασίας μειώνει τη διαλυτότητα των αερίων σε υγρά. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι τα μόρια αερίου έχουν περισσότερη κινητική ενέργεια σε υψηλότερες θερμοκρασίες, καθιστώντας τα πιο πιθανό να ξεφύγουν από το διάλυμα.
2. Πίεση:
* Αέρια: Η αύξηση της πίεσης αυξάνει τη διαλυτότητα των αερίων σε υγρά. Αυτό οφείλεται στο νόμο του Henry, ο οποίος δηλώνει ότι η διαλυτότητα ενός αερίου είναι άμεσα ανάλογη με τη μερική πίεση του αερίου πάνω από το υγρό.
* στερεά και υγρά: Η πίεση έχει αμελητέα επίδραση στη διαλυτότητα των στερεών και των υγρών.
3. Πολικότητα:
* "όπως διαλύεται όπως" Αρχή: Οι διαλυτές τείνουν να διαλύονται σε διαλύτες με παρόμοιες πολικότητες.
* Οι πολικές διαλυμένες ουσίες (π.χ. ζάχαρη, αλάτι) διαλύονται καλά σε πολικούς διαλύτες (π.χ. νερό).
* Οι μη πολικές διαλύσεις (π.χ. πετρέλαιο, λίπος) διαλύονται καλά σε μη πολικούς διαλύτες (π.χ. εξάνιο).
4. Μέγεθος σωματιδίων:
* Το μικρότερο μέγεθος των σωματιδίων αυξάνει την επιφάνεια της διαλελυμένης ουσίας, οδηγώντας σε ταχύτερη διάλυση. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι υπάρχουν περισσότερα σημεία επαφής μεταξύ της διαλυμένης ουσίας και του διαλύτη.
5. Ανάδευση ή αναταραχή:
* Η ανάδευση ή η αναταραχή βοηθά στην αύξηση του ρυθμού διάλυσης, φέρνοντας σε επαφή φρέσκου διαλύτη με τη διαλυμένη ουσία.
6. Προσθήκη άλλων διαλυτών:
* Η παρουσία άλλων διαλυμάτων μπορεί να επηρεάσει τη διαλυτότητα μιας συγκεκριμένης διαλελυμένης ουσίας. Για παράδειγμα, η προσθήκη ενός κοινού ιόντος σε ένα διάλυμα μπορεί να μειώσει τη διαλυτότητα ενός φειδώ διαλυτό άλατος (κοινό φαινόμενο ιόντων).
7. Χημικές αντιδράσεις:
* Ορισμένες διαλυμένες ουσίες αντιδρούν με τον διαλύτη για να σχηματίσουν νέες ενώσεις, αλλάζοντας τη διαλυτότητα τους. Για παράδειγμα, η διάλυση του διοξειδίου του άνθρακα σε νερό σχηματίζει ανθρακικό οξύ, το οποίο είναι πιο διαλυτό από το αέριο CO2.
8. Φύση της διαλυμένης ουσίας και του διαλύτη:
* Οι συγκεκριμένες χημικές ιδιότητες της διαλελυμένης ουσίας και του διαλύτη διαδραματίζουν κρίσιμο ρόλο στον προσδιορισμό της διαλυτότητας. Παράγοντες όπως η αντοχή των διαμοριακών δυνάμεων και το μέγεθος και το σχήμα των μορίων είναι σημαντικοί.
Με τον χειρισμό αυτών των παραγόντων, μπορεί κανείς να αυξήσει ή να μειώσει τη διαλυτότητα μιας διαλελυμένης ουσίας σε ένα δεδομένο διαλύτη.