Τι δεν λειτουργεί καλά η κινητική μοριακή θεωρία;
* Υψηλές πιέσεις και χαμηλές θερμοκρασίες: Το KMT υποθέτει ότι τα μόρια αερίου έχουν αμελητέα όγκο σε σύγκριση με τον όγκο που καταλαμβάνουν και ότι αλληλεπιδρούν μόνο μέσω συγκρούσεων. Αυτές οι υποθέσεις καταρρέουν σε υψηλές πιέσεις (τα μόρια είναι πιο κοντά) και οι χαμηλές θερμοκρασίες (οι διαμοριακές δυνάμεις γίνονται πιο σημαντικές).
* πολικά μόρια: Το KMT υποθέτει ότι τα μόρια αερίου είναι μη πολικά και αλληλεπιδρούν μόνο μέσω συγκρούσεων. Τα πολικά μόρια, ωστόσο, έχουν σημαντικές διαμοριακές δυνάμεις (διπολική-διαδρομή, δεσμό υδρογόνου) που η KMT δεν αντιπροσωπεύει.
* υγρά και στερεά: Το KMT ισχύει κυρίως για τα αέρια. Σε υγρά και στερεά, τα μόρια είναι πολύ πιο κοντά και αλληλεπιδρούν πιο έντονα, καθιστώντας τις υποθέσεις του αμελητέου όγκου και μόνο τις αλληλεπιδράσεις με βάση τη σύγκρουση.
* Πραγματικά αέρια: Τα πραγματικά αέρια αποκλίνουν από την ιδανική συμπεριφορά αερίου, ειδικά σε υψηλές πιέσεις και χαμηλές θερμοκρασίες. Το KMT δεν αντιπροσωπεύει αυτές τις αποκλίσεις, οι οποίες οφείλονται σε διαμοριακές δυνάμεις και στον πεπερασμένο όγκο των μορίων αερίου.
* σύνθετα μόρια: Το KMT δεν θεωρεί την εσωτερική δομή των μορίων. Υποθέτει ότι τα μόρια είναι σημειακές μάζες. Αυτή η απλούστευση λειτουργεί καλά για απλά αέρια όπως το ήλιο, αλλά γίνεται λιγότερο ακριβής για σύνθετα μόρια με πολλαπλούς βαθμούς ελευθερίας (π.χ. περιστροφές, δονήσεις).
Συνοπτικά, η θεωρία του κινητικού μοριακού είναι ένα ισχυρό εργαλείο για την κατανόηση της συμπεριφοράς των ιδανικών αερίων, αλλά έχει περιορισμούς όταν εφαρμόζεται σε πραγματικά αέρια, υγρά, στερεά και σύνθετα μόρια. Είναι σημαντικό να εξεταστούν οι συγκεκριμένες συνθήκες και η φύση της ουσίας κατά την εφαρμογή του KMT.