Τι σημαίνει Β στην επιστήμη;
μονάδες μέτρησης:
* BQ: Becquerel, μια μονάδα ραδιενέργειας.
* b: Μερικές φορές χρησιμοποιείται ως στενογραφία για "δισεκατομμύρια" (10^9), αλλά είναι σημαντικό να ελέγξετε το πλαίσιο για να αποφύγετε τη σύγχυση.
Επιστημονική ορολογία:
* Βάση: Στη χημεία, μια ουσία που δέχεται πρωτόνια (Η+).
* Βάση: Στη βιολογία, το ίδρυμα ή το κάτω μέρος μιας δομής.
* beta: Ένας τύπος ραδιενεργού αποσύνθεσης.
* Β κύτταρο: Ένας τύπος λευκών αιμοσφαιρίων που εμπλέκεται στο ανοσοποιητικό σύστημα.
* βιοτίνη: Μια βιταμίνη Β απαραίτητη για τον μεταβολισμό.
* buffer: Μια λύση που αντιστέκεται στις αλλαγές στο pH.
σύμβολα και συντομογραφίες:
* b: Μερικές φορές χρησιμοποιείται για να αντιπροσωπεύει τη δύναμη του μαγνητικού πεδίου.
* b: Χρησιμοποιείται στη γενετική για να αντιπροσωπεύει ένα υπολειπόμενο αλληλόμορφο.
* b: Μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε ορισμένους χημικούς τύπους ή αντιδράσεις.
Άλλο:
* b: Μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως γενική συντομογραφία για την "βιολογία", "βιοχημεία" ή "βιοτεχνολογία".
Για να καταλάβετε τι σημαίνει "Β" σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο, πρέπει να δώσετε προσοχή στις γύρω πληροφορίες. Για παράδειγμα, αν δείτε "BQ" σε ένα κείμενο, ξέρετε ότι αναφέρεται στο Becquerel, μια μονάδα ραδιενέργειας.
Εάν συναντήσετε ένα ασαφές "Β" σε ένα επιστημονικό πλαίσιο, είναι καλύτερο να συμβουλευτείτε ένα λεξικό, εγχειρίδιο ή ειδικό στον τομέα για διευκρίνιση.