Οι διαφορετικές ουσίες έχουν διαφορετικές διαλυτότητες;
* Η διαλυτότητα είναι ένα μέτρο για το πόσο μια ουσία (διαλυμένη ουσία) μπορεί να διαλυθεί σε μια συγκεκριμένη ποσότητα άλλης ουσίας (διαλύτη) σε μια δεδομένη θερμοκρασία.
* Παράγοντες που επηρεάζουν τη διαλυτότητα:
* Φύση της διαλυμένης ουσίας και του διαλύτη: "Όπως διαλύεται." Οι πολικές διαλυμένες ουσίες (π.χ. ζάχαρη) διαλύονται καλά σε πολικούς διαλύτες (π.χ. νερό), ενώ οι μη πολικές διαλυμένες ουσίες (π.χ. πετρέλαιο) διαλύονται καλά σε μη πολικούς διαλύτες (π.χ. βενζίνη).
* Θερμοκρασία: Γενικά, η διαλυτότητα αυξάνεται με τη θερμοκρασία. Σκεφτείτε πόσο περισσότερη ζάχαρη μπορείτε να διαλύσετε σε ζεστό τσάι σε σύγκριση με το κρύο τσάι.
* Πίεση: Η πίεση έχει μεγαλύτερη επίδραση στη διαλυτότητα αερίου. Αυξημένη πίεση αναγκάζει περισσότερο αέριο σε διάλυμα. (Σκεφτείτε τη σόδα, όπου η υψηλή πίεση διατηρεί το CO2 διαλυμένο).
Παραδείγματα:
* Το αλάτι (NaCl) είναι εξαιρετικά διαλυτό στο νερό. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι και οι δύο είναι πολικές ενώσεις.
* Το λάδι (μη πολικό) είναι αδιάλυτο σε νερό (πολικό). Δεν αναμειγνύονται.
* Το αέριο οξυγόνου (Ο2) είναι μόνο ελαφρώς διαλυτό στο νερό. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο τα ψάρια χρειάζονται βράγχια για να εξαγάγουν τη μικρή ποσότητα διαλυμένου οξυγόνου στο νερό.
Συμπερασματικά: Η διαλυτότητα είναι μια θεμελιώδης ιδιότητα των ουσιών και ποικίλλει σημαντικά ανάλογα με τη χημική φύση της διαλελυμένης ουσίας και του διαλύτη, καθώς και άλλους παράγοντες όπως η θερμοκρασία και η πίεση.